...«Την άλλη τη μέρα, πάλι μοναχός μου ήμουν στο σπίτι, κι είπα από μέσα μου. Καλά που είμαι και μοναχός μου, είπα. Γιατί κι ο Στέργιος να 'ταν, κι ο Βαγγέλης, εγώ πάλι μοναχός μου είμαι, κι όλα μες στο κεφάλι μου βρίσκονται. Ακόμα και τα Γιάννενα, κι αυτά, μες στο κεφάλι μου τα 'χω. Αλλά κι αυτοί που είναι απόξω απ' το κεφάλι μου, καλοί είναι, λέω, γιατί κι αυτοί μες στο δικό τους το κεφάλι, πάλι μοναχοί τους θα 'ναι. Όταν έιμαστε όμως όλοι μαζί, αλλιώτικοι είμαστε. Γιατί εγώ είναι εγώ, κι ο Βαγγέλης είναι ο Βαγγέλης. Ο Στέργιος πάλι είναι άλλος, κι άλλος είναι ο πατέρας του Βαγγέλη. Όλοι μαζί όμως, η Ελλάδα είμαστε. Γιατί, η Ελλάδα είναι και πιο μεγάλη απ' τα Γιάννενα. Αλλά και τα Γιάννενα, Ελλάδα πάλι είναι κι αυτά»...
Μοναδική γραφή, με επαναλήψεις φράσεων ("μοναχός μου ήμουν") και μοτίβων (η μάνα τον επισκέπτεται στα όνειρά του), καταργώντας το χρόνο και καταδυναστεύοντας τη γλώσσα, με υποβλητικές περιγραφές των τοπίων, της πόλης των Ιωαννίνων. Κι όλα αυτά δοσμένα μέσα από τα μάτια του ιδιαίτερου χαρακτήρα Λούσια, ο οποίος έχει ένα δικό του τρόπο θέασης των όσων συμβαίνουν, ο οποίος διακηρύσσει τη μοναχικότητά του κι όμως περιτριγυρίζεται πάντοτε από άλλα άτομα. Εξαιρετικό μυθιστόρημα, μήτρα συναισθημάτων. Σύμφωνα με το Χουλιαρά, και τη συνέντευξη που έδωσε στην Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου: Πού ήταν η κατάληξή του; Δεν είχε κανένα σ' αυτή τη ζωή και εν τέλει αυτός ήταν ο μόνος που δεν τον ένοιαζε αν έχει κάποιον.
από αυτό το βιβλίο έκλεισε το Τρίτο του Μάνου Χατζιδάκη το 1980. Κάθε μέρα, στις 12 παρά 10 (αν δεν με απατά η μνήμη μου), ακουγόταν ο ίδιος ο Χουλιαράς να διαβάζει από το βιβλίο. Όταν διάβασε και ένα κομμάτι που κορόιδευε τον Καραμανλή και την πολιτική της ΕΡΕ στα τέλη του 50, η κυβέρνηση επενέβη και λίγες μέρες μετά παραιτήθηκε ο Χατζιδάκης από το Τρίτο Πρόγραμμα. Μάλιστα το Τρίτο έκλεισε την ημέρα που ο Χουλιαράς θα διάβαζε πώς είδε ο Λούσιας τον ερχομό της χούντας
(μετά από μία ακόμα ανάγνωση, πρέπει να είναι τουλάχιστον η 7η-8η: είναι εντυπωσιακό πόσο καλογραμμένο είναι αυτό το βιβλίο. Ο συγγραφέας έχει καταφέρει να εξαφανίσει τον εαυτό του και αφήνει τον Λούσια να μιλήσει με τη δική του φωνή. Μία απορία για το βιβλίο είναι αν το μυθιστόρημα κυρίως παρουσιάζει την μεταπολεμική Ελλάδα μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου με νοητική υστέρηση, ή αν η μεταπολεμική Ελλάδα είναι ένα όχημα για να οικοδομηθεί ο βασικός χαρακτήρας με την νοητική υστέρηση και η αναρχική του στάση για τα πάντα)
Η Ελλάδα μα πιο συγκεκριμένα τα Γιάννενα, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπως γίνεται αντιληπτή από την οπτική του Λούσια, ενός πιτσιρικά με νοητική στέρηση. Η εξιστόρηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από τον ίδιο στη μορφή μονόλογου ή μάλλον διαλόγου με τον εαυτό του. Απλό, ανθρώπινο, ευαίσθητο, σε ορισμένα σημεία χιουμοριστικό και σε άλλα ικανά συγκινητικό χωρίς να κουράζει.
Το πέρασμα την πόλης των Ιωαννίνων μέσα από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα μέσα από τη ζωή του Λούσια, ενός "μειωμένης αντίληψης" ανθρώπου, που λόγω της μειωμένης αντίληψής του γίνεται κοινωνός μέρους της κεκλεισμένων των θυρών ζωής της πόλης. Πολύ ενδιαφέρον για τους φίλους της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας και των Ιωαννίνων πιο συγκεκριμένα. Μερικούς ίσως τους κουράσει η ιδιαίτερη αφήγηση, με τις πολλές επαναλήψεις και μακροσκελείς περιγραφές, κάτι που όμως αποτελεί μέρος της γοητείας του βιβλίου.
Ο ιδιαίτερος τρόπος γραφή με δυσκόλεψε στην αρχή μόλις όμως το συνήθισα η αφήγηση μου κράτησε σχεδόν αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η μεταπολεμική Ελλάδα μέσα από τα μάτια ενός "μειωμένης αντίληψης" ανθρώπου που μεγαλώνει στα Ιωάννινα.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του μειωμένης νοητικής ικανότητας κεντρικού πρωταγωνιστή είναι ασυνήθιστη, πολλούς ίσως κουράσει. Όμως είναι ταυτόχρονα γλαφυρή. Η δυστυχώς τόσο γνώριμη συμπεριφορά του περίγυρου, σε μια παλαιότερη εποχή με ανύπαρκτες υποδομές, η ιστορική διαδρομή, η αθωότητα του Λούσια, που δεν διακρίνει δόλο ή άλλο συναίσθημα πίσω από ένα χαμόγελο, κάνουν αυτό το μικρό μυθιστόρημα ξεχωριστό.
Απίστευτος Χουλιαράς, η χειμαρρώδης εσωτερική αφήγηση σε α´ πρόσωπο του νοητικά υστερούντα Λούσια ζωντανεύει έναν λογοτεχνικό ήρωα που στέκεται θριαμβευτικά στο πάνθεον των διαχρονικών λογοτεχικών χαρακτήρων πλάι στον Αλέξη Ζορμπά και τον Γιούγκερμαν.
Ο Λούσιας , νέος με νοητική στέρηση έχει έναν τελείως δικό του τρόπο θέασης των πραγμάτων γύρω του.Μια ματιά αναρχική που καταργεί τον χρόνο, γεμάτη αγάπη και ενσυναίσθηση. Σε εποχές που οι δομές είναι ανύπαρκτες δέχεται όλη την σκληρότητα της κοινωνίας και βλέπει από την κλειδαρότρυπα την κοινωνικοπολιτική εξαθλίωση. Ως προς την ανάγνωση με δυσκόλεψε αρκετά στην αρχή λόγω της επανάληψης των φράσεων όμως εκεί βρίσκεται και η μοναδικότητά του. Το ενδιαφέρον έμεινε αμείωτο έως το τέλος . Ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στην είσοδο της τηλεόρασης στην κοινωνία καθώς και το τελευταίο,θα τα θυμάμαι για καιρό. Η καθαρότητα και η παιδικότητα της ματιάς του Λούσια λείπουν από την σημερινή κοινωνία και αυτό απο μόνο του κάνει το μυθιστόρημα επίκαιρο.