Τον Μιχάλη Μακρόπουλο τον γνώριζα μόνο μέσω των αρκετών αξιόλογων βιβλίων που έχει μεταφράσει, τώρα ήρθε ο καιρός να τον γνωρίσω και μ'ένα έργο πιο προσωπικό, μια φοβερά καλογραμμένη και ατμοσφαιρική νουβέλα. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο πενηντατριάχρονος Ηλίας, ο οποίος αφήνει την Αθήνα έχοντας χάσει δουλειά και οικογένεια, και επιστρέφει στο χωριό του, το Δελβινάκι Πωγωνίου, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, για να μείνει στο πατρικό του σπίτι μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του. Περνάει όλον τον χειμών�� ουσιαστικά μονάχος του, μέσα σε μαύρες σκέψεις και μελαγχολία για την πορεία της ζωής του, σ'ένα τοπίο ιδιαίτερο και μοναδικό, μα συνάμα κρύο και μοναχικό. Μετά το πέρασμα του χειμώνα, μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται βάναυσα δολοφονημένη έξω από το χωριό, και για τον Ηλία αυτό το γεγονός θα γίνει έμμονη ιδέα. Είτε γιατί θέλει να γεμίσει το κενό μέσα του, είτε γιατί θέλει να έχει κάτι να απασχολεί το μυαλό και το σώμα του, ο Ηλίας θα προσπαθήσει να βρει τους ενόχους.
Όχι, δεν πρόκειται για μια αστυνομική νουβέλα. Το όλο "αστυνομικό" κομμάτι είναι απλοϊκό και όχι τόσο ικανό να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από μόνο του. Αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο ωραίο και ιδιαίτερο, είναι η γραφή, έτσι λιτή, περιεκτική και (συχνά) λυρική όπως είναι, με τις φοβερές περιγραφές των τοπίων και της καθημερινότητας σ'ένα κλασικό ελληνικό χωριό, καθώς και με όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή. Πραγματικά, μπορώ να πω ότι μαγεύτηκα από την γραφή, από αυτό το ταξίδι στο χωριό της ιστορίας, σ'έναν επαρχιακό τόπο όμορφο και συνάμα άγριο. Τα μισοσκότεινα καφενεία, τα παλιά χωριάτικα σπίτια, οι άδειοι δρόμοι, οι χωρικοί, οι κυνηγοί και οι τσοπάνηδες, τα βουνά και τα λαγκάδια, όλα αυτά. Και η ατμόσφαιρα: Κάπως μουντή και μελαγχολική, άνετα μπορεί να την χαρακτηρίσει κανείς και νουάρ.
Υ.Γ. Πραγματικά πολύ όμορφη και προσεγμένη η έκδοση της Κίχλης.