Το θέμα του αστυνομικού μυθιστορήματος
Δεν θα πρέπει καθόλου να μας προξενεί εντυπώσει το γεγονός ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν ανέκαθεν το πιο δημοφιλές και εμπορικό είδος. Από αυτό που οι αναγνώστες περίμεναν με λαχτάρα να διαβάσουν. Από τον καιρό του Σέρλοκ Χολμς ,της Αγκάθα Κρίστι και της δαιμόνιας αναμέτρησης στο Έγκλημα και τιμωρία, μέχρι τον Χάμμετ ,τον Ντένις Λεχέιν και τους τρομερούς Σκανδιναβούς ,το αστυνομικό μυθιστόρημα πάντα ήτανε πρώτο στις προτιμήσεις των βιβλιοφάγων. Και είναι απόλυτα λογικό γιατί το προτιμάνε και απλοί καθημερινοί άνθρωποι αλλά και απαιτητικοί αναγνώστες ,ακόμα και μέχρι τους διανοούμενους. Το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πολλά επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο ασχολείται με την ένταση του σασπένς και την λύση του αινίγματος, κάτι που ακόμα και για αργόσχολους παρουσιάζει ενδιαφέρον .Σε όλους μας αρέσει να λύνουμε ένα σταυρόλεξο για να σκοτώσουμε την ώρα μας. Πόσο μάλλον όταν το πρόσχημα είναι ότι διαβάζω κιόλας και δεν είμαι ένας βαριεστημένος που απλά περιμένω την ώρα να περάσει. Στο δεύτερο επίπεδο που προχωράνε οι λίγο πιο απαιτητικοί αναγνώστες είναι το ψυχογράφημα όχι μόνο του Ντέντεκτιβ που καλείται να λύσει το μυστήριο και μιας μοιραίας γυναίκας ,αλλά και του δολοφόνου, καθώς και οι προσωπικές τους σχέσεις.. Στο τρίτο επίπεδο που ενδιαφέρει κυρίως τους διανοούμενους βρίσκονται οι κοινωνικοπολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις που απασχολούνε τον συγγραφέα. Ο Ντοστογιέφσκι με το “Έγκλημα και τιμωρία” ταίριαξε και τα τρία επίπεδα με απαράμιλλη μαεστρία. Κανένα από τα τρία επίπεδα δεν έβγαινε πάνω από το άλλο και κανένα δεν θυσιαζότανε για χάρη του άλλου. Τον Ντοστογιέφσκι δεν τον ενδιέφερε ποιος κρύβεται πίσω από τον φόνο. Η όλη ικανότητα του σασπένς είναι ανάμεσα στην σύγκρουση του αστυνομικού και του εγκληματία. Και την ξεδίπλωνε με τέτοια δεξιοτεχνία που ακόμα και σήμερα παρόλο που κάποιος δεν έχει διαβάσει αυτό το αριστούργημα να θέλει να μπει στον κόπο και να το αναγνώσει παρόλο που ξέρει το τέλος του. Μα ο Ντοστογιέφσκι δεν ήταν μόνο ένας δεινός δεξιοτέχνης του λόγου για να εξαντληθεί στο πρώτο επίπεδο. Ήτανε και βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης σε τέτοιο βαθμό που η ανάλυση των χαρακτήρων του να είναι αξεπέραστη ακόμα και σήμερα. Μα δεν είχε μόνο αυτές τις δυο ιδιότητες ανεπτυγμένες για να εξαντληθεί σε αυτά τα δυο επίπεδα. Ήτανε και μέγας φιλόσοφος και τον απασχολούσαν και τα πολιτικοκοινωνικά προβλήματα της εποχής του. Μπορεί η φιλοσοφία του να ήτανε καθαρά ιδεαλιστική, ήταν όμως με τέτοιο τρόπο ανεπτυγμένη και με τέτοιον συγγραφικό οίστρο δοσμένη που ακόμα και κάποιος που ανήκει στην φιλοσοφία του υλισμού να μην μπορεί πάρα να τον παραδεχτεί.
Έτσι λοιπόν το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απολύτως δικαιολογημένο που προκαλεί το ενδιαφέρον όλων των εκδοτικών οίκων του κόσμου καθώς και των συγγραφέων. Είναι εμπορικό γιατί η περιέργεια να δούμε τι θα γίνει στο τέλος είναι έμφυτη σε όλους μας και είναι και καλλιτεχνικό γιατί εκτός από το ψυχογράφημα των χαρακτήρων περιμένουμε να δούμε και τις κοινωνικοπολιτικές του προεκτάσεις. Έτσι αγγίζει και ενδιαφέρει όλους τους πελάτες. Όσο πιο καλοδουλεμένο είναι το πρώτο επίπεδο ,τόσο πιο πολύ θα προχωρήσει ο αναγνώστης και στα υπόλοιπα.
Στο απλοϊκό μυθιστόρημα τον δολοφόνο τον μαθαίνουμε στο τέλος , ενώ στο σύνθετο τον ξέρουμε από την αρχή και καλούμαστε να μπούμε ανάμεσα στον θύτη και το θύμα και να διεισδύσουμε στην ψυχοσύνθεση τους. Οι εποχές όμως εξελίσσονται και όπως όλα γύρω μας αλλάζουν έτσι άλλαξε και το αστυνομικό είδος. Πλέον το μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του δεν έχει έναν ψυχοπαθή πίσω απ’ εγκλήματα αλλά ένα ολόκληρο σύστημα και ο ντέντεκτιβ με τις ένα σωρό αδυναμίες και ψυχολογικά προβλήματα καλείται να ξεσκεπάσει όλο αυτό το κατεστημένο. Φυσικά όπως κάθε είδος έτσι και το συγκεκριμένο έχει τα αριστουργήματά του και τις πατάτες του. Κάποιες φορές ο αντικοινωνικός και διαλεκτικός ήρωας θα νικήσει μονός του, η σχεδόν μονός του ένα ολόκληρο σύστημα και θα το φέρει στην δικαιοσύνη προπαγανδίζοντας έτσι τον ατομισμό και άλλες φορές θα ηττηθεί όπως είναι και φυσικό όπως στον αριστουργηματικό “Επίμονο κηπουρό” του Τζων Λε Καρέ.
Η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών εκείνο που την νοιάζει είναι να είναι καλοδουλεμένο το πρώτο επίπεδο. Να το κρατά σε αγωνιά και οι ανατροπές να είναι εμπνευσμένες όπως δίδαξε η Αγκάθα Κρίστι που είναι πολύ καλή λογοτέχνης ,αλλά μόνο στο πρώτο επίπεδο. Οι λίγοι που ξέρουν και πέντε πράγματα παραπάνω και τους ενδιαφέρει η ψυχολογία θέλουν να δουν και ένα ψυχογράφημα και μια ανάλυση χαρακτήρων γι’ αυτό και προτιμούν τον Σέρλοκ Χολμς με τις ιδιοτροπίες του παρά τον Ηρακλή Πουαρό. Και φυσικά υπάρχει και η ελίτ που δεν καλύπτεται στα δυο πρώτα επίπεδα αλλά θέλει να δει και τις φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Μα και η ελίτ χωρίζεται σε δυο κατηγορίες. Στην εμπορική και στην καλλιτεχνική. Στην εμπορική ο ήρωας καταφέρνει να ξεσκεπάσει το κατεστημένο του εκάστοτε πολιτικού συστήματος που θίγει ο συγγραφέας. Είτε πρόκειται για ναζισμό, είτε για σκάνδαλα πολυεθνικών, είτε για τα εγκλήματα του καθολικισμού η του κομουνισμού. Μπορεί εκ πρώτης όψεως ένα τέτοιο μυθιστόρημα να φαντάζει πολυεπέπεδο και όντως να είναι μιας και θιγεί τόσο λεπτά ζητήματα η λύση όμως που δίνει ο συγγραφέας είναι μια λύση καθαρά συστημική και αντιδραστική. Γιατί ενώ καμώνεται ότι είναι επαναστάτης και ότι τα βάζει με την άρχουσα τάξη και εξουσία ,δίνει την κάθαρση ότι στο τέλος μπορεί το άτομο να νικήσει το σύστημα. Οι βαθιά φιλοσοφημένοι άνθρωποι όμως ξέρουν ότι κανένας μόνος του δεν μπορεί να κερδίσει το σύστημα. Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια και χρονοβόρα διαδικασία για να συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν ήταν ο Γκορμπατσώφ που κατέρρευσε τον κομμουνισμό ,αλλά ένα ολόκληρο σύστημα που πολέμαγε με νυχιά και με δόντια για πολλά χρόνια και ξοδεύοντας εκατομμύρια δολάρια. Ο μόνος του πάντα συνθλίβεται. Έτσι έχει δείξει η ιστορία. Το πολύπλοκο αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό που απλώνεται σε όλα τα επίπεδα ,τις περισσότερες φορές δίνει την επικίνδυνη λύση ότι ο ένας μπορεί να τα καταφέρει. Βέβαια αυτό που ενδιαφέρει την μάζα είναι η ίντριγκα του πρώτου επιπέδου και όχι οι φιλοσοφικές απόψεις του συγγραφέα. Τους πολλούς τους νοιάζει το πρώτο επίπεδο να είναι καλοδουλεμένο ,τους λίγους το δεύτερο επίπεδο να είναι δυνατό και την μισή ελίτ να θίγονται τα κοινωνικοπολιτικά συστήματα ανάλογα με την δικιά τους φιλοσοφική αντίληψη. Την άλλη μισή την νοιάζει η δικιά τους κοσμοθεωρία των πραγμάτων. Έτσι όσοι ανήκουν στην υλιστική αντίληψη έχουν τα δικά τους αριστουργήματα όπως είναι ο πατριάρχης του αστυνομικού μυθιστορήματος Χάμμετ και οι ιδεαλιστές το δικό τους αριστούργημα όπως είναι το “έγκλημα και τιμωρία”. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι μεταξύ τους διαφωνίες. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι διανοούμενοι παγκοσμίως έχουν ιδεαλιστικές αντιλήψεις γι’ αυτό και ο Ντοστογιέφσκι με τον Τολστόι θεωρούνται αυτή την στιγμή σαν οι κορυφαίοι συγγράφεις του κόσμου. Αντιθέτως εάν κυριαρχούσαν οι υλιστές παγκοσμίως θα είχαν περάσει την δικιά τους άποψη και θα ανακήρυσσαν σαν καλυτέρους τον Τζακ Λόντον και τον Τζων Στάιμπεργκ. Όπως και να έχει, πάντα η ελίτ, ποτέ δεν θα είναι απολύτως ικανοποιημένη. Ωστόσο μπορεί κάποιος που ανήκει σε ένα φιλοσοφικό ρεύμα να θαυμάσει έναν συγγραφέα που ανήκει στην ακριβώς αντίθετη φιλοσοφική αντίληψη, αν αυτός ο συγγραφέας είναι δεινός τεχνίτης του λόγου , γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας και αν ο ίδιος ο αναγνώστης έχει ανοιχτό μυαλό και δεν αποκηρύσσει κάποιον μόνο και μόνο επειδή διαφωνούνε ιδεολογικά. Ο Ντοστογιέφσκι που έχει καθολική απήχηση από όλους τους ιδεαλιστές σε όλα τα επίπεδα αφού οι φιλοσοφίες τους ταιριάζουν, ωστόσο από τους υλιστές έχει απήχηση μόνο όσον αναφορά τα δυο πρώτα επίπεδα. Για τους υλιστές η φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι είναι τελείως επικίνδυνη και ξεπερασμένη. Όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον πολύ τον κόσμο. Αλήθεια πόσοι είναι αυτοί, η μάλλον ποιοι είναι αυτοί που μπορούν να καταλάβουν την διαφορά ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό; Όταν ο πολύς ο κόσμος θεωρεί το “έγκλημα και τιμωρία” αριστούργημα δεν το θεωρεί επειδή ταιριάξανε οι φιλοσοφίες τους ,αλλά επειδή η ένταση, η αγωνία, το ξεδίπλωμα της ιστορίας, οι χαρακτήρες και οι συγκρούσεις μεταξύ τους δίνονται με τέτοια δεξιοτεχνία , με τέτοια βαρύτητα και με τέτοιο μεγαλοφυή τρόπο που παραμένει αξεπέραστος ακόμη και σήμερα. Να γιατί λοιπόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, οι συγγραφείς και το κοινό αναζητάνε επίμονα αστυνομικές ιστορίες. Γιατί αυτό το είδος τους χωράει όλους. Άρα περισσότερο κοινό ,περισσότερα λεφτά και όλοι μένουν ευχαριστημένοι.
Το μυθιστορημα του Δημητρη Σιμου ανηκει στο πρωτο επιπεδο.Η πλοκη του ειναι εξαιρετικη και ξεδιπλωνεται αριστοτεχνικα με τον συγγραφεα να δημιουργει μια αποπνικτικη ατμοσφαιρα (στα προτυπα του seven) εναν κοφτο γρηγορο ρυθμο σιγουρα κινηματογραφικο με ενα εντυπωσιακα νευρωδες μονταζ.Οι ανατροπες του ειναι ολες αψογες και το σασπενς σε κρατταει μεχρι την τελευταια σελιδα.Τα προβληματα ξεκινανε στα υπολοιπα επιπεδα.Στο χαρακτηρολογικο αποτυγχανει να δωσει ενα βαθυ ψυχογραφημα.Ισα ισα που ολοι οι χαρακτηρες πλην του κεντρικου ηρωα ειναι απλα τυποι που υπαρχουν για να υποστιριζουν τον πρωταγωνβιστη.Μα και ο κεντρικος του χαρακτηρας δεν ειναι καλα δουλεμενος.Απουσιαζει η τολμη στην σκιαγραφηση του και ειναι καπως επιφανειακος.Οπως και το προφιλ του δολοφουνου που αποκαλυπτεται στο τελος ,εχει λειτουργια περισσοτερο υποστιρικτικη προς την ιντριγκα παρα ουσιωδη προσφορα.Στο φιλοσοφικο επιπεδο ο συγγραφεας θιγει το θεμα της διαφορετικοτητας.Επιμενει ομως πολυ στην ατμοσφαιρα και στα στοιχεια και ετσι η κριτικη του ειναι απλοικη.Στο κοινωνικοπολιτικο επιπεδο κι εδω δεν εχουμε κατι σπουδαιο.Τα γνωστα προβληματα και η διαφθορα που υπαρχουν στο σωμα της αστυνομιας και της πολιτικης (οπως τα εχει θιξει πολυ πιο αιχμηρα ο Τζειμς Ελρου) ,δεν προκαλουν καποια εντυπωση.Σε γενικες γραμμες οι φιλοι της αστυνομικης λογοτεχνιας που κοιτουν μονο την ξεδιπλωση της ιστοριας ,την ατμοσφαιρα και την μαστορια στο σασπενς θα το καταευχαριστηθουν ,καθως δεν υπαρχουν οι δαιδαλωδεις πλοκες και τα πολλα παρακλαδια της βασικης ιστοριας για να κουραστουν οπως στον Τζο Νεσμπο και στον Φιλιπ Κερ,αυτοι ομως που ψαχνουν κατι βαθυτερο καλο θα ηταν να το αποφυγουν