«"Ένα απ' τα δύο πρέπει να συμβαίνει" συλλογίστηκα με την ταχύτητα της αστραπής: "είτε ο φόβος μου είναι βάσιμος είτε πρόκειται για μια τρέλα· αν είναι βάσιμος, αυτή η γυναίκα θα πρέπει να μ' έχει πάρει στο κατόπι, ετούτη τη στιγμή θα πρέπει κιόλας να με φτάνει, και δεν υπάρχει σωτηρία για μένα στον κόσμο... Αν πάλι πρόκειται για μια τρέλα, για μια παράλογη ανησυχία, για έναν πανικό άνευ λόγου και αιτίας, θα πειστώ γι αυτό άπαξ δια παντός, βλέποντας πως αυτή η φτωχή ηλικιωμένη έχει μείνει στην κόγχη εκείνης της πόρτας προσπαθώντας να προφυλαχτεί από το κρύο ή περιμένοντας απλώς να της ανοίξουν [...]". »Αφού έκανα αυτόν το λογικό συλλογισμό, και καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, γύρισα το κεφάλι. »Α! Γκαμπριέλ! Γκαμπριέλ! Αλίμονο! Η ψηλή γυναίκα με είχε ακολουθήσει αθόρυβα, ερχόταν ξοπίσω μου, σχεδόν με άγγιζε με τη βεντάλια, σχεδόν πρόβαλλε το κεφάλι της πάνω απ' τον ώμο μου!»
Μια μυστηριώδης γραία στοιχειώνει και καταδυναστεύει τη ζωή ενός λαμπρού νέου· ένας εξόριστος στον απώτατο Βορρά εξαπολύει έναν αδιανόητο αγώνα ενάντια στην αμείλικτη φύση· ένας προδομένος σύζυγος επιχειρεί να εκδικηθεί με απρόσμενη κατάληξη· και δύο αρχετυπικοί γραφιάδες επιδίδονται σ' έναν απρόσμενο και σπαρταριστό διάλογο με τη Μούσα τους... Τα διηγήματα της ανά χείρας συλλογής αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα των ποικίλων εκφάνσεων του φανταστικού, ενώ παρουσιάζουν εκλεκτικές συγγένειες κι επιρροές από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε για την ποιητική του οποίου έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό ο Αλαρκόν. Κοινό παρονομαστή των αναπάντεχων αυτών αφηγήσεων αποτελεί ο Θάνατος, ως ελλοχεύουσα σκιά και αέναη απειλή (έτσι που καθένα από τα διηγήματα αποτελεί κι ένα memento mori), ενίοτε δε και ως λύτρωση, αφού σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο θάνατος είναι το απάγκιο κάθε οδύνης»... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Περιεχόμενα -Η ΨΗΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ -ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΗ ΣΠΙΤΣΒΕΡΓΗ -ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ -ΕΙΜΑΙ, ΕΧΩ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΩ -ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ -ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Ο «αναληθοφανής» κύριος Αλαρκόν και η αγάπη του για τις αναληθοφανείς αφηγήσεις Δήμητρα Παπαβασιλείου
Pedro Antonio de Alarcón y Ariza was a 19th century Spanish novelist, author of the novel El Sombrero de Tres Picos (The Three-Cornered Hat, 1874). The story is an adaptation of a popular tradition and provides a lively picture of village life in Alarcón's native region of Andalusia. It was the basis for Hugo Wolf's opera Der Corregidor (1897) and Manuel de Falla's ballet The Three-Cornered Hat (1919). Alarcón wrote another popular short novel, El capitán Veneno ('Captain Poison', 1881). He produced four other full-length novels. One of these novels, El escándalo ('The Scandal', 1875), became noted for its keen psychological insights. Alarcón also wrote three travel books and many short stories and essays. Alarcón was born in Guadix, near Granada. In 1859, he served in a Spanish military operation in Morocco. He gained his first literary recognition with A Witness' Diary of the African War (1859-1860), a patriotic account of the campaign.
Αυτό το μικρό αναληθοφανές διαμαντάκι λογοτεχνικής πρόζας λάμπει σαν φρεσκολουσμένος ήλιος στα νερά των απόμακρων, των αγνώστων, των φανταστικών αρχιπελάγων του νου και της αχαρτογράφητης διάνοιας.
Ο Αλαρκόν, του οποίου γεύομαι για πρώτη φορά το άρωμα της γραφής του, μέσα σε ελάχιστες σελίδες δημιουργεί αναγνωστικές εμπειρίες αξιοθαύμαστες και αλησμόνητες.
Γράφει ρεαλιστικά, ρομαντικά και λυρικά, γράφει οξύμωρα γεγονότα και χρησιμοποιεί αντιδραστικά αντίθετες τεχνικές μα καταφέρνει μαγικά και μαγεμένα, άρρωστα και αρρωστημένα, ελεύθερα και πολιορκημένα, προδοτικά και αφοσιωμένα να δώσει στον αναγνώστη φτερά και μάτια, συναισθήματα και εξάρσεις επιθετικά ορθολογικές και τρυφερά τρομακτικές φοβίες από κάπου βαθιά, εσώτερα, σκοτεινά και επικίνδυνα,φρικιαστικά βιώματα μέσα στο πλαίσιο του φανταστικού.
Μιλάει με ποιητική πρόζα για άλλους κόσμους τόσο πραγματικούς όσο και μυστηριακά φανταστικούς, ονειρικούς και εφιαλτικούς. Για έρωτες κλέφτες και γυναίκες αράχνες. Για την υπαρξιακή μέθη των «τελέσφορων» θαυμάτων και των ατελέσφορων αντιδράσεων. Αφήνει στην διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη να ζήσει στο έπακρο μαζί του κάθε του κίνηση απόγνωσης, παράνοιας, ζηλοφθονίας, δολιότητας, εγκράτειας και υπερέντασης μέσα από μια γλαφυρή ταύτιση των ψυχικών και σωματικών παρενεργειών επιφέροντας την απόλυτη αποποίηση ευθυνών για όσους παραληρούν και ταυτόχρονα την ατόφια ρεαλιστική άποψη που εξηγεί τα ανεξερεύνητα και τα μυστηριακά με απλά μαθηματικά και συνοχή σκέψης. Αξίζει πραγματικά να διαβαστεί.
Σε πρόζα λυρική, ποιητική, καλομεταφρασμένη (αν και έχει άλλη μαγεία στο ισπανικό πρωτότυπο η γλώσσα του Αλαρκόν), ο Ισπανός συγγραφέας αφηγείται τέσσερις μικρές "ιστορίες φόβου", φανταστικές κι αρρωστημένες με έντονες επιρροές από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε [Πόου] -ιδιαίτερα στην πρώτη και την τρίτη, που είναι και οι αγαπημένες μου από αυτή τη συλλογή. Ιδιαίτερα εξοικειωμένη με τη λογοτεχνία του φανταστικού δεν είμαι, καθώς διψάω για ρεαλισμό, ψυχογραφήματα ή πολιτικοκοινωνικά έργα, αλλά όποιος αγαπά το είδος πιστεύω πως θα βγει κερδισμένος αν διαβάσει αυτά τα πρώιμα διαμαντάκια του είδους γιατί είναι πραγματικά "καλή" λογοτεχνία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η μεταφράστρια Δήμητρα Παπαβασιλείου, όχι μόνο για τη μετάφραση αλλά και για το ιδιαίτερα κατατοπιστικό επίμετρο για τον Αλαρκόν και τις σημειώσεις.
Σε αυτό το καλαίσθητο βιβλιαράκι ανθολογούνται 4 διηγήματα του Ισπανού Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν, μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας των ισπανικών γραμμάτων κατά τον 19ο αιώνα: ριζοσπάστης, αντιμοναρχικός και αντικληρικαλιστής στα νιάτα μου, μεταστρέφεται αργότερα πλήρως σε σκληρό συντηρητικό και φιλομοναρχικό, πιθανώς μετά από μια μονομαχία στην οποία ο αντίπαλός του του χάρισε τη ζωή.
Πέρα όμως από την ταραχώδη ζωή του, με τα διηγήματα αυτά μας φανερώνεται και σαν μια ενδιαφέρουσα πένα που συνομιλούσε ταυτόχρονα με τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό, προοικονομώντας μάλιστα κάποιες φορές και τρόπους του μοντερνισμού.
Φυσικά, ακόμη κι αν δεν διαβάσει κανείς το εξαιρετικό επίμετρο της Δήμητρας Παπαβασιλείου, είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη η αγάπη του για τον Έντγκαρ Άλαν Πόε [Πόου], αφού τα δύο από τα τέσσερα διηγήματα (Η ψηλή γυναίκα και Τα μαύρα μάτια) είναι σχεδόν γραμμένα στο ίδιο ύφος με πολλές από τις αλλόκοτες ιστορίες του Αμερικανού συγγραφέα, και ασχολούνται με ανάλογα θέματα (στο δεύτερο έχουμε ακόμη και την εμφάνιση του περίφημου Μάελστρομ), όπως συμβαίνει και με το Ένας χρόνος στη Σπιτσβέργη, που διαδραματίζεται στον αγαπημένο του Πόε Βόρειο Πόλο, παρότι είναι γραμμένο με μια τεχνική που θυμίζει τον ελεύθερο συνειρμό (τη ροή συνείδησης) του μοντερνισμού.
Και τα τρία αυτά διηγήματα, χωρίς να είναι αριστουργήματα, έχουν κάτι που τους επιτρέπει να αντέχουν στον χρόνο, παρά το ότι βέβαια δείχνουν σίγουρα την ηλικία τους. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με το τελευταίο διήγημα της συλλογής, το Είμαι, έχω και επιθυμώ, στο οποίο η προσπάθεια για μια δημιουργική ανανέωση της αλληγορίας της λογοτεχνικής Μούσας μάλλον δεν λειτουργεί καθόλου για το σημερινό αναγνωστικό κοινό.
Μια πολύ προσεγμένη έκδοση που θα αρέσει σίγουρα σε όσους αγαπούν την κλασική ισπανική λογοτεχνία και τις ιστορίες του φανταστικού. Η μετάφραση ρέει και οι σημειώσεις της μεταφράστριας είναι πολύ (ίσως υπερβολικά πολύ) κατατοπιστικές, θα μπορούσαν όμως να παρατίθενται στο κάτω μέρος της σελίδας και όχι στο τέλος του βιβλίου, γιατί ήταν τόσο πολλές που το συχνό πηγαινέλα χαλούσε την ατμόσφαιρα του κειμένου.
Esta es la tercera obra que leo de Pedro A. de Alarcón y como siempre este autor no me ha decepcionado, todo lo contrario. En estas narraciones inverosímiles utiliza una prosa elegante y exquisita pero es un libro diferente a los anteriores en cuanto a contenido, su tema es un poco negro, de espanto o muerte pero a la vez encantador. Son relatos que uno tras otro van dejando un interés que invitan a leer el siguiente. Después de leer El Sombrero de Tres Picos y El Niño de la Bola, Narraciones Inverosímiles me dió un poco la impresión como si lo hubiese escrito otro autor, es otro estilo pero son obras igual de valiosas para mí las tres; el escritor a mi manera de ver es excelente. Aún así su variedad literaria es vasta y me falta aún mucho por conocerlo.
Φροντισμένη συλλογή τεσσάρων διηγημάτων από τον χώρο του φαντασικού. Στο πρώτο (Η ψηλή γυναίκα), οι ήρωες στοιχειώνονται από την αποτρόπαιη μορφή μιας ψηλής γυναίκας η οποία δεν ξέρεις αν υπάρχει στ' αλήθεια ή αποτελεί δημιούργημα των διαταραγμένων τους μυαλών. Η ατμόσφαιρα, βαριά από την αρχή μέχρι το τέλος, μου θύμισε έντονα το εκπληκτικό Το άγρυπνο μάτι, του Σέρινταν Λε Φανού. Τα υπόλιπα είναι συντομότερα και, μολονότι δεν στερούνται ενδιαφέροντος, ειδικά εκείνα (Ένας χρόνος στη Σπιτσβέργη, Τα μαύρα μάτια) που μας μεταφέρουν στις στεριές και τις θάλασσες του μακρινού και παγωμένου βορρά, δεν θα δίσταζα να τα τοποθετήσω ένα σκαλί χαμηλότερα.
Ενδιαφέροντα διηγήματα σε μια πολύ προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις ΜΑΓΜΑ. Τα διηγήματα είναι μια μίξη φανταστικού, ρεαλισμού με πινελιές τρόμου. Όλες οι ιστορίες ήταν καλές, αλλά καμία κάτι ιδιαίτερο.