Η δεξιά τσέπη του ράσου του Γιάννη Μακριδάκη είναι ένα βιβλίο σύντομο, γλυκόπικρο και γεμάτο από εικόνες που δύσκολα μπορείς να βγάλεις από το μυαλό μετά το τέλος της ανάγνωσης.
Ο Βικέντιος είναι ο μοναδικός καλόγερος που απέμεινε σ’ ένα μοναστήρι της Χίου. Ζει την καθημερινότητά του συντροφιά με τη Σίσσυ, ένα μικρό σκυλί. Η Σίσσυ κάποια στιγμή γεννάει τρία κουτάβια, αλλά δυστυχώς πεθαίνει πάνω στη γέννα. Την ίδια μέρα, πεθαίνει και ο Αρχιεπίσκοπος. Ο Βικέντιος συντετριμμένος για τον χαμό της μοναδικής παρέας του προσπαθεί να διαχειριστεί το πένθος του, παραμένοντας λειτουργικός και παράλληλα να φροντίσει για τις μικρές ανυπεράσπιστες ζωές που του άφησε για κληρονομιά.
Ο τρόπος που χειρίζεται τον λόγο ο Μακριδάκης είναι το λιγότερο μαγικός. Το μοναστήρι, ο Βικέντιος, η θάλασσα, όλα έδεσαν τόσο αρμονικά στην αφήγηση, που αισθάνθηκα ότι τα έβλεπα μπροστά μου.
Το άλλο, ακόμη εντυπωσιακότερο στοιχείο της σύντομης αυτής ιστορίας είναι το ότι ο Βικέντιος είναι ένας “διάφανος” χαρακτήρας. Ως αναγνώστες, έχουμε τη δυνατότητα να περιηγηθούμε στην ψυχοσύνθεσή του και να μάθουμε ουσιαστικά πράγματα γι’ αυτόν, χωρίς όμως να μας μιλάει ο ίδιος. Κι όλα αυτά μέσα σε μόλις 140 σελίδες.
Οι θρησκευτικές περιγραφές ενδεχομένως να κουράσουν κάποιον που δε μαγεύεται εύκολα από αυτές, αλλά ο τρόπος του συγγραφέα να παρουσιάζει τη γαλήνη και τη σιωπή που επικρατεί στο μοναστήρι είναι αδύνατον να μην ταξιδέψουν τη φαντασία έστω και λίγο. Σχεδόν βλέπεις μπροστά σου τον Βικέντιο να τριγυρνάει και να μουρμουρίζει στον εαυτό του, να μιλάει στα σκυλιά, να κάνει τις καθημερινές δουλειές του. Σχεδόν τον ακούς να χάνει την ελπίδα του, να την ξαναβρίσκει, να στεναχωριέται, να παλεύει ολομόναχος. Κι ελπίζεις φυσικά να τα καταφέρει.
Απλό και τρυφερό, χωρίς καμία διάθεση για επίδειξη, τούτο το βιβλίο καταφέρνει να συγκινήσει τον αναγνώστη -όχι με την χολιγουντιανή έννοια της λέξης που υπονοεί ότι πλάνταξες στο κλάμα και δε μπορούσες να ηρεμήσεις, αλλά με έναν τρόπο βαθύ, που αγγίζει πολύ λεπτές χορδές της ανθρώπινης ψυχής.
Πρόκειται, δίχως υπερβολή, για ένα μικρό διαμάντι που θα πρότεινα σε κάθε αναγνώστη ανεξαρτήτως των προτιμήσεών του. Νιώθω τόσο μαγεμένη από τον λόγο του Μακριδάκη που αδυνατώ να σκεφτώ πως θα το διαβάσει κάποιος και δε θα νιώσει ακριβώς το ίδιο. Εάν το έχετε στα προσεχώς, μην το αναβάλετε άλλο. Ήρθε η ώρα του.