Στα δέκα διηγήματα αυτού του βιβλίου, οι ήρωες είναι αφομοιωμένοι από τον αυτοματισμό και την επαναληπτικότητα της εργασίας. Ένας εντατικός εσωτερικός ρυθμός διέπει την κίνηση του σώματος και του νου, και αποτυπώνεται στη γλώσσα των αφηγητών. Όμως η μηχανική ροή και η μοναχικότητα της εργασίας οδηγούν τους ήρωες σε μια στιγμή συνειδητοποίησης, καθώς ένα εξωτερικό ερέθισμα τους ωθεί σε μια φευγαλέα κατανόηση του ρόλου, της θέσης και του εαυτού τους. Μέσα από μια ακριβή καταγραφή της πραγματικότητας που υιοθετεί το ρυθμό και την ιδιόλεκτο του κάθε επαγγέλματος, τα Αυτόματα προσφέρουν μια πιστή εικόνα της κοινωνικής ζωής, αλλά και ένα σημείο φυγής. Ο Κώστας Περούλης γεννήθηκε το 1974 στον Πειραιά. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Συνεργάστηκε στο σενάριο της ταινίας MissViolenceκαι έχει κάνει δραματουργική επεξεργασία σε θεατρικές παραστάσεις. Τα Αυτόματα είναι η πρώτη του συλλογή διηγημάτων.
Ο Κώστας Περούλης γεννήθηκε το 1974 στον Πειραιά. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Συνεργάστηκε στο σενάριο της ταινίας Miss Violence και έχει κάνει δραματουργική επεξεργασία σε θεατρικές παραστάσεις. Τα "Αυτόματα" είναι η πρώτη του συλλογή διηγημάτων για την οποία βραβεύτηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου/ης στην Πεζογραφία του Περιοδικού "Αναγνώστης" 2016.
Η συγκεκριμένη κριτική θα μπορούσε να ξεκινάει με τον πολύ γνωστό στίχο «συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα..» και όπου τρέλα βάλτε εργασία/ κοινωνία/ καθημερινότητα. Στο βιβλίο του Αυτόματα (εκδόσεις Αντίποδες, 2015) ο Κώστας Περούλης μας παρουσιάζει αυτό ακριβώς. Μέσα από δέκα από διηγήματα παρουσιάζεται ο αυτοματισμός και η ρουτίνα της καθημερινότητας του εργαζόμενου.
[...]
Κι όμως διαβάζοντας μέχρι εδώ, κάποιος θα σκεφτόταν εύλογα ότι το βιβλίο βρίθει πολιτικού λόγου, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Και συνειδητά νομίζω ο συγγραφέας το άφησε στην άκρη αυτό, αν και είναι εν ζωή και περιγράφοντας μία αλλοτριωμένη από την εργασία κοινωνία, τα πολιτικά και κοινωνικά νοήματα βρίσκουν μόνα τους το δρόμο για το υποσυνείδητο του αναγνώστη.
[...]
Εν κατακλείδι το Αυτόματα είναι μία συλλογή διηγημάτων που εκφράζουν με έναν πολύ ωμό και ρηχό –με πολύ καλή έννοια- τη σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου μέσα από την δουλειά και να τα κάνεις όλα.. αυτόματα. Γιατί όπως μας λέει και η ιστορία Στο Μουσείο «.. το χειρότερο είναι να τελειώνεις τη δουλειά, και να φεύγεις, και να μην έχεις γίνει άλλος άνθρωπος».
Πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη συλλογή δέκα διηγημάτων, μέσω τον οποίων ο συγγραφέας καταφέρνει να αναδείξει τον αυτοματισμό της εργασίας, τον καθημερινό μόχθο, την μηχανική εκτέλεση των επαγγελμάτων, την ρουτίνα της δουλειάς. Κάθε διήγημα επικεντρώνεται βασικά σ'ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και είναι γραμμένο με τρόπο που συνδέεται άμεσα με το επάγγελμα και τον εκάστοτε εργάτη/εργαζόμενο/επαγγελματία.
Μερικά διηγήματα είναι κάπως πιο δύσκολα, απαιτούν μια κάποια προσοχή, λόγω της -ας πούμε- επαγγελματικής διαλέκτου, κάποια άλλα όμως είναι σαφώς πιο προσβάσιμα. Όλα τους όμως έχουν να προσφέρουν μπόλικη τροφή για σκέψη, ενώ περιγράφουν με έντονο τρόπο την καθημερινότητα των ανθρώπων που βγάζουν τα προς το ζην, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το πιθανότερο είναι ότι η γραφή δεν ταιριάζει με τα γούστα όλων, έτσι στεγνή και ελλειπτική όπως είναι, και οι ιστορίες δεν μαγεύουν τον αναγνώστη λόγω της πλοκής τους, όμως μπορώ να πω ότι, προσωπικά, μου έκανε καλή εντύπωση.
Νιώθω ότι διάβασα κάτι το διαφορετικό, κάτι το αξιόλογο. Και πιστεύω ότι ο συγγραφέας το κατέχει το άθλημα, μπορεί να γράψει στο μέλλον καλά πράγματα. Σίγουρα θα τον παρακολουθώ συγγραφικά. Ως προς τις ιστορίες που μου άρεσαν περισσότερο, θα επέλεγα αυτές τις τρεις: "Τρύγος", "Αστικά" και "Στο Λοιμωδών". Όσον αφορά την έκδοση: Άψογη!
Στεγνή, πυκνή, ελλειπτική αφήγηση, γεμάτη πληροφορία για διάφορα επαγγέλματα που σκοπό έχουν να αναδείξουν τον αυτοματισμό της εργασίας σε πρώτο επίπεδο, και σε δεύτερο τη μοναξιά που απορρέει από ή σχετίζεται με αυτόν - αποτελούν επίσης μια επίκαιρη, αν και λίγο μονόπλευρη, κοινωνική καταγραφή. Διηγήματα που απαιτούν συγκέντρωση, ξεβολεύουν και αφήνουν πού και πού μια χαραμάδα ομορφιάς. Μου θύμισε Χάντκε, χωρίς την ποίηση.
Τα Αυτόματα, η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του Κώστα Περούλη, αποτελούνται από 10 διηγήματα που καταπιάνονται με τον ιδιότυπο, επαναληπτικό ρυθμό διαφορετικών επαγγελμάτων. Αεριτζήδες, πόρνες, εργολάβοι, ηθοποιοί, δικηγόροι, όλοι περνούν βιαστικοί, ιδρωμένοι, ζαλισμένοι, σκυθρωποί.
Τα Αυτόματα κατάφεραν να γίνουν οι λέξεις που σκέφτομαι όταν περνάω από την 3ης Σεπτεμβρίου, την Πατησίων, την πλατεία Βικτωρίας μέχρι τον Σκαραμαγκά, τον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα. Δεν γνωρίζω αν ο Περούλης είχε (σχεδόν) πάντα στο νου του την Αθήνα, αλλά το είδος της μικροϊστορίας που προκύπτει, αυτή η μεταλλασσόμενη ανθρωπογεωγραφία που σιγοβράζει, φουσκώνει και καταστέλλεται, είναι μέσα μου η ίδια η Αθήνα.
Τα διηγήματα, τώρα, δεν μου φάνηκαν όλα ισάξιας ποιότητας. Η επιλογή του πλάγιου λόγου, σε αρκετές περιπτώσεις, ελλειπτικώς δοσμένου, με την φανερή απουσία πολλών αναγκαίων σημείων στίξης, κάνουν το κείμενο αχρείαστα δύσκολο -έχουμε ήδη να παρακολουθήσουμε την ορολογία του κάθε métier και τα μισόλογα της αφήγησης. Παρ' όλα αυτά, ξεχώρισα τις ιστορίες Στο Μουσείο, Κάπιταλ, Μπετά, Στα Τέσσερα και θεωρώ ότι ο Περούλης μπορεί να εξελιχθεί σε άξιο εκπρόσωπο της γενιάς του.
Βλέπουμε και πάλι ότι η μικρή φόρμα βρίσκει σιγά σιγά τους νεότερους μάστορές της, αρχής γενομένης από το Γκιακ και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και είναι ευχάριστο ότι οι νεότευκτες εκδόσεις Αντίποδες είναι εκείνες που δίνουν χώρο σε αυτούς τους συγγραφείς.
Βάζω 3½* κινούμενο προς το καθ'ημάς 3*.
Μερικά αποσπάσματα:
Εκεί έμαθε να δουλεύει ξαπλωτός κατευθείαν μέσα στις ανθρωποθυρίδες. Έβγαλε εκατόν πενήντα χιλιάδες δραχμές μέσα σ' ένα μήνα, που ο πατέρας του έβγαζε ογδόντα πριν πεθάνει, γιατί οι περισσότερες θυρίδες στα παλιά τάνκερ είναι στα σαράντα εκατοστά ύψος και χώνεσαι από αμπάρι σε αμπάρι με το ηλεκτρόδιο σερνάμενος. Σ'ένα λαδάδικο μια φορά είχε κατέβει κι είχε συρθεί είκοσι μέτρα στην θυρίδα ανάμεσα στους πυθμένες για να βρει με το φακό μια σωλήνα. Δεν έφτανε ούτε φως ούτε αέρας. Δεν είχε ξαναμπεί άνθρωπος από το ναυπηγείο, κόλλαγε στο σκοτάδι ανάσκελα κι εν ήταν εν πλω στο Αιγαίο μήνα Αύγουστο. Όλο το πλοίο ήταν φτιαγμένο από λιωμένο σκραπ και ξαναχυμένο μαζί με την σκουριά του και οι λαμαρίνες ήτανε τσιγαρόχαρτα και σκίζανε εδώ κι εκεί.
-Στο Μουσείο
Έχω φέρει μέσα σε ένα μήνα από την Κίνα τριάντα μαχαίρια. Ανάμεσα σε όλα τα βαρετά μαθήματά μου έμαθα και το εξής: αν έχεις μια σελίδα στο ίντερνετ, δεν μπορούνε να βρούνε ότι είσαι εσύ από πίσω παρά μόνο αν πας για κακούργημα. Γιατί αλλιώς υπάρχει η ελευθερία του ίντερνετ. [...] Τώρα έχω δύο λογαριασμούς στο fb, γιατί έχω παραγγείλει τρία ποδήλατα σπαστά και χρειαζόμουν άλλο προφίλ. Στο προφίλ που έχω τα μαχαίρια έβαλα και τα ποδήλατα, στο προφίλ με τα ποδήλατα όμως δεν βάζω τα μαχαίρια, γιατί το κοινό είναι πιο εναλλακτικό.
9+1 διηγήματα για τη μηχανική επιτέλεση ορισμένων επαγγελμάτων. Η γλώσσα του βιβλίου δυσκολεύει σκόπιμα τον μη εξοικειωμένο με την εκάστοτε ιδιόλεκτο αναγνώστη. Περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε το τελευταίο διήγημα «Στο λοιμωδών» που διαφοροποιείται από τα προηγούμενα. Τα μείον: η άτσαλα εμφανής σε ορισμένα σημεία ιδεολογική τοποθέτηση και κάποια μελό στοιχεία.
Ξεκινάω να διαβάζω και μέχρι να φτάσω στην προτελευταία ιστορία λέω οκ, 10 ιστορίες που αφορούν διάφορα επαγγέλματα και αυτοματισμούς που κάνουμε καθημερινά χωρίς συχνά να το καταλαβαίνουμε. Με αγαπημένη ιστορία το Βεάκειο και μόνη ένσταση πώς ένα ανήλικο παίρνει δάνειο και πιστωτική στην ιστορία Κάπιταλ. Φτάνοντας όμως στην ένατη ιστορία, πείτε με συντηρητική, πουριτανή, οπισθοδρομική ( που δεν νομίζω ότι είμαι αλλά πείτε με) δεν μου άρεσε καθόλου. Είναι κάτι που εάν ήξερα δε θα επέλεγα να το διαβάσω, δεν θα το δώριζα σε φίλο δεν θα το συστήσω σε κάποιον και γενικά δεν. Λυπάμαι.
Αυτόματα Στις δέκα ιστορίες του ο συγγραφέας προσπαθεί να δείξει.πως η καθημερινότητα και η δουλειά.κανει τους ανθρώπους να χάνουν την ουσία της ζωής και να τα κάνουν όλα αυτόματα. Στα ��ετικά του βιβλίου είναι το γεγονός ότι γνωρίζει τα επαγγέλματα που περιγράφει. Γραμμένο με τρόπο που δυσκολεύει την ανάγνωση ενώ θα μπορούσε να το αποφύγει. Ξεχώρισα τις ιστορίες Βεάκειο και στο μουσείο. Η ιστορία "Στα τέσσερα" μου φάνηκε άκρως ενοχλητική.
Η συλλογή διηγημάτων του Κώστα Περούλη που φέρει τον τίτλο 'Αυτόματα' αποτελείται από 10 σπονδυλωτές ιστορίες, οι οποίες δύνανται να συναρθρώσουν την ευρύτερη εργασιακή 'κουλτούρα' με το αντίκρισμα που προσλαμβάνει αυτή η 'κουλτούρα' στη ζωή και στις επιλογές των υποκειμένων, και εν καιρώ βαθιάς οικονομικής κρίσης και κοινωνικής-πολιτικής αναταραχής ( στο διήγημα 'Μπετά' σημαίνεται μέσω μίας σύντομης αναφοράς, η ασκούμενη Χρυσαυγίτικη βία όπως εκφράσθηκε σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας), να νοηματοδοτήσουν στρατηγικές 'επιβίωσης,' προσδιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανα-συγκρότησης του χώρου της πόλης μέσω μικροϊστοριών που κάθε μία αποκτά την δική της σημασία. Επιλέγοντας την τεχνική της μικρής φόρμας, ο συγγραφέας, αποφεύγοντας συγκινησιακές εξάρσεις, συγκροτεί υποκείμενα που αναμετρώνται με το βάρος των εκάστοτε επιλογών τους, αναδεικνύει το παρόν (παροντική συνθήκη) υπό το πρίσμα και της λήψης 'ρίσκων,' της ανάδυσης μορφών εργασιακής 'επισφάλειας,' εκεί όπου τα πρόσωπα ισορροπούν μεταξύ συνειδησιακής 'απώλειας' και ενός αδιόρατου αισθήματος 'ενοχής' (το 'Βεάκειο'), αντλώντας μία αφήγηση που χρησιμοποιεί μοτίβα προφορικής γλώσσας, ιδίως στα διαλογικά μέρη. Θέτοντας ως διακύβευμα την ανάδειξη στιγμών από μία κρισιακή καθημερινότητα που μεταβάλλεται καθημερινά, τα 'Αυτόματα' συμπεριλαμβάνουν τις βαθιές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης, σε κοινωνικό (ως προς την υποδοχή και την ένταξη μεταναστευτικών πληθυσμών), αισθητικό, πολιτισμικό αλλά και πολιτικό επίπεδο, ομνύοντας και σε έναν σαρκικό ομο-ερωτισμό που ως προς τις σημάνσεις του, συγγενεύει με τον τρόπο που προσεγγίζει τον ομο-ερωτισμό ο Γιάννης Τσίρμπας στο έργο του 'Η Βικτώρια δεν υπάρχει.' Πως δρουν τα υποκείμενα όταν πολλά αλλάζουν; Τα 'Αυτόματα' είναι μία ενδιαφέρουσα αναγνωστική επιλογή.
Αποτελεί προσωπικό αναγνωστικό στοίχημα να μην διαβάζω κριτικές για βιβλία που σκοπεύω να διαβάσω. Αλλοτε το πετυχαίνω και άλλοτε όχι. Στην περίπτωση των Αυτομάτων το πέτυχα 97% και βγηκα κερδισμένη 100%. Ο Κώστας Περούλης έγραψε ένα εκπληκτικό βιβλίο καμωμενο με πολυ αγαπη, παθος και αληθεια. Όλες οι ιστοριες δεν ειναι ξενες σε κανεναν. Ειναι ολες ιστοριες της διπλανης πορτας, του δελτιου ειδήσεων, των φιλων μας, του διαδικτυου. Οι λέξεις και η δομη καθε ιστοριας κανουν τον αναγνωστη να αισθανεται οτι περπαταει να ενα λιβάδι με ξυραφια. Καθε προταση ξυρίζει. Ολες οι ιστοριες δενονται με το επαγγελμα. Τι είναι επαγγελμα; Τι ειναι επαναληψη; Τι ειναι ρουτινα; Ποσο καλα το κατεχει κανεις το επαγγελμα του; Ο Περουλης γινεται καταγραφεας εμπειριων ζωης. Δεν ειναι λιγες οι στιγμες που νιωθεις οτι εχει παρει ενα μαγνητοφωνο και ηχογραφει μονολογους. Τα επαγγελματα που διαλεγει ο Περουλης υποδηλώνουν και την ανθρωπογεωγραφια της συγχρονης πολης και περιγραφουν ανθρωπους, καταστασεις, γειτονιες και τοπους εργασιας. Ολοι σχεδον οι εργαζομενοι ειναι ανδρες-εκτος απο την περιπτωση της ηθοποιου, στην ιστορια Βεακειο. Σκληρά γοητευτικο και πρωτογονα αγριο, το βιβλιο αυτο αξιζει να διαβαστει, απο τον καθενα μας σε μια εποχη που η εργασια και ο καματος ειναι τοσο δυσκολα και διαβρωνουν ανθρωπους, τοπους εργασιας και πολεις.
Πολυ ενδιαφέρουσα ιδέα. Αξίζουν συγχαρητήρια για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας κάνει "δική του" την jargon των διαφόρων επαγγελμάτων. Από την άλλη κάποιες από τις ιστορίες δυστυχώς μένουν μόνο σε αυτό και η απουσία πλοκής (έστω και ως πρόσχημα) κάνει τα διηγήματα ρηχά.
Αυτόματα: Δέκα διαφορετικές, αλλά τόσο ίδιες ιστορίες
Η συγκεκριμένη κριτική θα μπορούσε να ξεκινάει με τον πολύ γνωστό στίχο «συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα..» και όπου τρέλα βάλτε εργασία/ κοινωνία/ καθημερινότητα. Στο βιβλίο του Αυτόματα (εκδόσεις Αντίποδες, 2015) ο Κώστας Περούλης μας παρουσιάζει αυτό ακριβώς. Μέσα από δέκα από διηγήματα παρουσιάζεται ο αυτοματισμός και η ρουτίνα της καθημερινότητας του εργαζόμενου.
Έχουμε να κάνουμε με δέκα διηγήματα στα οποία ο κύριος χαρακτήρας είναι πάντα διαφορετικός. Μπορεί να είναι εργατοτεχνίτης, μπορεί να είναι ένας συγγραφέας που παρακολουθεί ως θεατής ένα ρατσιστικό συμβάν -σχολιάζοντας έτσι το ρόλο της λογοτεχνίας στη σημερινές συνθήκες- μη κάνοντας τίποτα. Μπορεί να είναι μια ηθοποιός που δεν αντέχει και ειρωνεύεται πια τις ατάκες που λέει, ακόμα και ένας ΜΑΤ-ατζής ο οποίος ακολουθεί άγρυπνος και κουρασμένο έναν φιλο-φασίστα συνάδελφό του οδεύοντας προς το Κέντρο έχοντας μια αλληγορική εμπειρία στο λιμάνι του Πειραιά.
Ως εδώ φαίνεται να έχουμε να κάνουμε με τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες που όμως είναι όλοι εν τέλει τόσο ίδιοι. Το κοινό όλων των ηρώων των ιστοριών είναι πως δεν είναι εκείνοι οι πρωταγωνιστές αλλά οι ιδιότητές τους. Τα επαγγέλματά τους που χωρίς αυτά δε μπορούν να υπάρξουν. Άλλωστε το σύστημα πρέπει να δουλεύει συνεχώς και τα γρανάζια δε γίνεται να σταματάνε.
Κι όμως διαβάζοντας μέχρι εδώ, κάποιος θα σκεφτόταν εύλογα ότι το βιβλίο βρίθει πολιτικού λόγου, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Και συνειδητά νομίζω ο συγγραφέας το άφησε στην άκρη αυτό, αν και είναι εν ζωή και περιγράφοντας μία αλλοτριωμένη από την εργασία κοινωνία, τα πολιτικά και κοινωνικά νοήματα βρίσκουν μόνα τους το δρόμο για το υποσυνείδητο του αναγνώστη. Ή και του συγγραφέα.
Ο Κώστας Περούλης καταφέρνει με τα διηγήματά του να κάνει δικιά του τη ζαργκόν του κάθε επαγγέλματος και αυτό είναι ίσως το δίκοπο μαχαίρι της εν λόγω κυκλοφορίας. Οι λεπτομερείς αναφορές στην ορολογία του κάθε επαγγέλματος από τη μία βάζει τον αναγνώστη πολύ γερά στην ψυχολογία και στη θέση του εκάστοτε χαρακτήρα και δείχνει με πολύ έξυπνο τρόπο την αυτοματοποίηση του καθενός μέσα από την εργασία του. Από την άλλη όμως σαν τρόπος γραφής μπορεί να κουράσει τον αναγνώστη που δεν έχει επαφή με τόσο εξειδικευμένη ορολογία. Θα μου πείτε όμως, «αυτό ακριβώς είναι το ζουμί. Να κουραστεί ο αναγνώστης όπως και ο ήρωας-εργάτης της ιστορίας». Και θα σας πω «έχετε δίκιο». Γι’ αυτό και το σχολιάζω ως δίκοπο μαχαίρι αυτό. Ακόμα και εγώ δεν κατάλαβα αν διαβάζοντάς το με κέρδισε ή όχι, το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Και αυτό νομίζω πως είναι κάτι πολύ θετικό.
Εν κατακλείδι το Αυτόματα είναι μία συλλογή διηγημάτων που εκφράζουν με έναν πολύ ωμό και ρηχό –με πολύ καλή έννοια- τη σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου μέσα από την δουλειά και να τα κάνεις όλα.. αυτόματα. Γιατί όπως μας λέει και η ιστορία Στο Μουσείο «.. το χειρότερο είναι να τελειώνεις τη δουλειά, και να φεύγεις, και να μην έχεις γίνει άλλος άνθρωπος».
Ο συγγραφέας έχει κάνει πολύ σοβαρή έρευνα και φαίνεται, αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή το έργο του. Η γλώσσα του πολύ ρεαλιστική ανά τα επαγγέλματα που παρουσιάζει. Η πλοκή έχει ενδιαφέρον, οι ήρωες πολύ ζωντανοί.