What do you think?
Rate this book


258 pages, Paperback
Published November 20, 2012
Χωρίς παρεξήγηση, αλλά η δημοτική του Σολωμού είναι μια όαση στην τεράστια έρημο της καθαρεύουσας του 19ου αιώνα. Το λέω αυτό διότι μετά το Σολωμό σειρά πήραν άλλα 2 βιβλία του 19ου αιώνα (Ο Λέανδρος, Ο Θέρσανδρος και άλλα αφηγήματα) τα οποία λυμαίνεται η καθαρεύουσα.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν ο Τόλκιν είναι Έλληνας δημοτικιστής και η Μαύρη Γλώσσα του Σάουρον είναι η καθαρεύουσα.
Αλλά ας επιστρέψουμε στον Σολωμό τον Εθνικό Ποιητή που αν έγραφε περισσότερη πρόζα θα διαβαζόταν περισσότερο σήμερα, την εποχή του μυθιστορήματος.
Και όταν διαβάζεις τα εξής από Σολωμό: «Αα! εισ' εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τσίμπλα της γουρούνας, γαϊδούρα, κοπρολόγα, σκατή.»
δηλαδή ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο το οποίο δεν προσβάλλει τον αναγνώστη αλλά τον φέρνει πιο κοντά στην εποχή με την αυθεντικότητα της γλώσσας, λες τελικά ο Σολωμός δεν γράφει με ξύλινη γλώσσα όπως νόμιζα σε γυμνάσιο και λύκειο.
Κι επειδή Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ουσιαστικά διήγημα, λογικό είναι το συγκεκριμένο βιβλίο των 200+ σελίδων να είναι κυρίως μια ερμηνευτική δοκιμή πάνω στο διήγημα αυτό του Σολωμού από την ιστορικό ερευνήτρια Μαρία Δεληβοριά.
Μια δοκιμή γεμάτη υποσημειώσεις, παραπομπές, βιβλιογραφία και αρκετή ανάλυση η οποία κάποιες φορές επαναλαμβάνεται, λόγω του μικρού μεγέθους του κυρίως κειμένου και του μεγάλου μεγέθους του κειμένου της μελέτης.
Η Γυναίκα της Ζάκυθος, η έχθρισσα θανάσιμη του έθνους η οποία αντί να βοηθήσει τις Μεσολογγίτισσες πρόσφυγες τις διώχνει και τις ονομάζει πόρνες.
Η Γυναίκα αυτή είναι μια καρικατούρα κακιάς γυναίκας την οποία μας την περιγράφει ο Σολωμός στην αρχή του έργου:
« Το λοιπόν το κορμί τῆς γυναικός ἤτανε μικρό και παρμένο, και το στῆθος σχεδόν πάντα σημαδεμένο ἀπό τες ἀβδέλλες που ἔβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και ἀπό κάτου ἐκρεμόντανε δυο βυζιά ὡσάν καπνοσακοῦλες. Και αὐτό το μικρό κορμί ἐπερπατοῦσε γοργότατα, και οἱ ἁρμοί της ἐφαινόντανε ξεκλείδωτοι. Εἶχε το μοῦτρο της τη μορφή τοῦ καλαποδιοῦ, και ἔβλεπες ἕνα μεγάλο μάκρο ἂν ἐκύτταζες ἀπό την ἄκρη τοῦ πηγουνιοῦ ὡς την ἄκρη τοῦ κεφαλιοῦ, εἰς την ὁποία ἤτανε μια πλεξίδα στρογγυλοδεμένη και ἀπό πάνου ἕνα χτένι θεόρατο. [...] Και το μάγουλό της ἐξερνοῦσε σάγριο, το ὁποῖο ἦταν πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο. Και ἄνοιγε κάθε λίγο ἕνα μεγάλο στόμα για ν᾿ ἀναγελάσει τους ἄλλους, και ἔδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια, που ἐσμίγανε με τα ἀπάνου πούτανε λευκότατα και μακριά.
Και μόλον ποὔτανε νιά, οἱ μηλίγγοι και το μέτωπο και τα φρύδια και ἡ κατεβασιά τῆς μύτης γεροντίστικα.»
Αυτά είχα να πω περί της Γυναίκας και σίγουρα θα διαβάσω κι άλλα του Σολωμού του οποίου η υπέροχη γραφή ήταν θαμμένη κάτω από σάπιες αναλύσεις της Μέσης Εκπαίδευσης και καιρός είναι να την ξεθάψω και να την εκτιμήσω όπως της αρμόζει.