"Η γενιά μας και οι γονείς που μας διαδέχονται πρέπει να είναι ευγνώμονες στον κ. Θεοτοκά. Είναι, έως την ώρα, ο πρώτος που κατόρθωσε να συλλάβει με πολυεδρική όραση, με ασφάλεια κρίσεως που την βοηθάει η ψυχραιμία της εποπτείας, με ιδεολογική ανιδιοτέλεια και με ψυχολογική εισδυτικότητα το έμψυχο σχήμα και νόημα μιας ολόκληρης εποχής και δίνοντας στη σύλληψη του τη μυθική διάσταση μπορεί να εκβιάζει την κατάφαση της ιστορικής κυρώσεως."
(Αιμίλιος Χ. Χουρμούζιος, "Η Καθημερινή", 16.4.1964)
Παρασάγγας καλύτερος τόμος από τον πρώτο, η πλοκή πιο συγκροτημένη, με ξεκάθαρη κατευθυντήρια γραμμή, οι χαρακτήρες περισσότερο ανεπτυγμένοι, τους συμπονάς και τους δίνεις άφεση. Η αφήγηση του Θεοτοκά σε τοποθετεί στο κλίμα της ταραγμένης εκείνης εποχής με ιδιαίτερη μαεστρία, με έντονες λέξεις, εφιαλτικές σκηνές και έναν ιδεολογικό κόσμο που εναλλάσσεται τον θρησκευτικό και τον ρεαλιστικό. Άνθρωποι που νιώθουν πως έχουν ένα χρέος κι ένα σκοπό, που αρνιούνται την αξιοπρέπειά τους, που μάχονται για τις ιδέες που πίστεψαν, έστω κι αν αυτές δεν υφίστανται πια.
Γενιά του '30 κι ένας από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της, ο Γιώργος Θεοτοκάς. Τον είχα εκτιμήσει από την Αργώ, τον είχα αγαπήσει μέσα από το Δαιμόνιο. Ξεκίνησα μάλλον χλιαρά τους Ασθενείς και Οδοιπόρους. Προς το τέλος του πρώτου τόμου με γοήτευσε η ατμόσφαιρα της Αθήνας, παραμονές της Γερμανικής κατοχής, τελευταίες μέρες της εθνικής ενότητας. Ο δεύτερος, υπέροχα γραμμένος, ξεκινά από το 1944, τα Δεκεμβριανά κι αγγίζει λίγο και τον Εμφύλιο. Ευχάριστη έκπληξη ήταν για μένα η αρκετά πρώιμη (1964) μυθιστορηματική απόδοση του τέλους της Ελένης Παπαδάκη, στο πρόσωπο της ηθοποιού Θεανώς Γαλάτη.
Ο δεύτερος τόμος του βιβλίου του Θεοτοκά, που γράφηκε αρκετά χρόνια μετά τον πρώτο, αποτελεί πράγματι ένα «διαφορετικό» βιβλίο, με ίδια όμως δομή και ακόμη πλουσιότερη ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Μαθαίνουμε την τύχη των χαρακτήρων μετά τον πόλεμο, κατά κύριο λόγο τραγική και αναπόδραστη. Από τον οπορτουνιστή Βαρδέκη, μέχρι τον μοναχό, πλέον, Μαρίνο Βελή - Τιμόθεο, και από τον Κυριάκο μέχρι τον Θρασύβουλο, που τόσα κοινά είχαν τελικά στη ζωή τους αλλά και στον θάνατό τους.
Ο δεύτερος τόμος είναι καθηλωτικός. Μέσα από μια συνταρακτική πλοκή, ο Θεοτοκάς ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωές του, ψυχογραφώντας, τελικά, την ίδια την Ελλάδα της Κατοχής, του Εμφυλίου και της πρώτης μετεμφυλιακής περιόδου. Οι αντιφάσεις της εποχής φωτίζονται και εξηγούνται, δίνοντας στον αναγνώστη την τελική κρίση για τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Αντί για τη λήθη, ο Θεοτοκάς έχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση εθνικής συνύπαρξης και συμπόρευσης: την ειλικρινή κατανόηση.
Η γενιά του 30 σε ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά δείγματα της. Μια "επιστημονική" σχεδόν μελέτη στην ανθρώπινη ψυχή, χωρίς να χάνεται ο λυρισμός και η πλοκή ενός καλού πεζογραφήματος. Βαθιά ανθρώπινο έργο, μια πραγματεία για την τρωτότητα της ψυχής και τον παραλογισμό της ύπαρξής μας. Και φυσικά, μια μοναδική απόδοση των χρόνων της Κατοχής και του Εμφυλίου , αλλά και μια ευρύτερη ματιά στην "τρέλλα" του 20ου αιώνα.