Θα το δηλώσω από την αρχή και ξεκάθαρα. Αγαπώ τη ξεχωριστή και αξιοδιάβαστη γραφή του Γιάννη Μακριδάκη. Με ένα περίεργο τρόπο τα βιβλία του αιχμαλωτίζουν το μυαλό και συναίσθημα μου και με οδηγούν σε όμορφους αναγνωστικούς τόπους.
Αυτό που θαυμάζω στον τρόπο που καταθέτει τη σκέψη του στο χαρτί ο Γιάννης Μακριδάκης είναι αυτή η συγγραφική του ψυχραιμία, η αφηγηματική του δεινότητα, ο άκρατος ρεαλισμός του με όχημα την απέριττη απλή γλώσσα που συχνά-πυκνά διανθίζεται με τη Χιώτικη ντοπιολαλιά.
Η ζωντάνια της πένας του έχει τη χάρη να σε εντάσσει μέσα στην πλοκή των ιστοριών του, να δημιουργεί μια ζεστή οικειότητα με τους ήρωες του, ανθρώπους ‘’λαϊκούς’’ κάτοικους του νησιού του, που μοιάζουν να φωτίζονται από μέσα τους, με τους οποίους θα ήθελες να καθίσεις να τα πιεις και να αρχίσουν να σου λένε ιστορίες σε ένα παραδοσιακό καφενέ εκεί στα χωρία της Χίου.
Ο Μακριδάκης κάθε φορά γίνεται ο οικοδόμος της εποχής που περιγράφει και προσπαθεί να σε επανεισαγάγει στη ζωή, να βγάλει στην επιφάνεια τη γήινη πλευρά σου, να σε προβληματίσει με το θέμα που εκάστοτε διαπραγματεύεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο δεύτερος λόγος που με κάνει να αγαπώ το έργο του Μακριδάκη και είναι το ιδεολογικό-πολιτικό πλαίσιο με το οποίο ‘’ντύνει’’ κάθε φορά τις ιστορίες του. Σε μια ταραγμένη πολιτικά εποχή την οποία ζούμε έρχεται με τη γραφή του να πάρει θέση, να δημιουργήσει μύθους με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο που σε απομακρύνουν από τον εφησυχασμό και την ''απολιτίκ'' στάση ζωής που τόσο πολύ προβάλλεται σήμερα.
Μετά από ένα δύσκολο χειμώνα, ο τίτλος του βιβλίου του Γιάννη Μακριδάκη ‘’Όλα για καλό’’ μου δημιούργησε προσδοκίες για ένα αισιόδοξο ανάγνωσμα και δεν έπεσα έξω. Πράγματι, παρά τα συνεχόμενα χτυπήματα που επιφυλάσσει η μοίρα στους ήρωες του βιβλίου, αυτοί μονολογούν ‘’ότι όλα γίνονται για καλό’’, δεν υποκύπτουν στην αδράνεια και τη μοιρολατρία. Ενώ όλα γύρω τους φαίνονται να καταρρέουν, εξεγείρονται και στρατεύονται ολόψυχα σε αλληλέγγυες ανθρωπιστικές δράσεις και πρακτικές. Ενώ κλυδωνίζονται συθέμελα ψυχικά, κινητοποιούνται και απαντούν στις προκλήσεις των καιρών.
Δύο απρόσμενοι θάνατοι, δύο πολιτικές κηδείες, μια χαρμόσυνη γέννηση στο αναστυλωμένο λεπροκομείο της Χίου και κάποια τελετουργικά φαγοπότια θα φέρουν κοντά ανθρώπους με διαφορετικά βιώματα. Θα αποκαλύψουν απρόσμενες σχέσεις και δεσμούς ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις που μοιάζουν φαινομενικά άσχετες και ασύμβατες. Ο ρυθμός της αφήγησης και η πλοκή γεμάτη με αλλεπάλληλους αιφνιδιασμούς κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε εγρήγορση μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος εκεί που η κάθε ιστορία «κουμπώνει» με τις υπόλοιπες και επέρχεται η τελική κάθαρση με ένα έξοχο και ανθρώπινο τρόπο, χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολικές κορυφώσεις.
Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η προσφυγική κρίση και στις σελίδες του περιγράφεται το ανθρωπιστικό δράμα με τους εκατοντάδες πρόσφυγες να καταφθάνουν από την γειτονική χώρα στα παράλια της Χίου διαπλέοντας το Αιγαίο, κυνηγημένοι και απελπισμένοι, θαλασσοδαρμένοι και εξαντλημένοι, για να βρουν καταφύγιο και φιλόξενη γη.
Λόγω βιωμάτων με άγγιξε συναισθηματικά αυτό το κομμάτι του βιβλίου. Ο Μακριδάκης το προσέγγισε με εξαιρετικό τρόπο χωρίς μελοδραματισμούς διδακτισμό και ηθικολογίες, παρά με μια πανανθρώπινη και αλληλέγγυα θέση θέτοντας τους προβληματισμούς του για τη στάση του καθενός εξ’ ημών απέναντι σε αυτή την άκρατη βία απέναντι στον άνθρωπο…
Μέσα στο βιβλίο του όμως ο συγγραφέας θέτει και ερωτήματα που αφορούν τον έρωτα και την απώλεια, το θάνατο και τη γέννηση, τη γενναιοδωρία και τον εφησυχασμό, το βίο και την εξέλιξη του, το άλγος και το νόστο, τον ντόπιο και τον ξένο, το ρόλο της εκκλησίας στις κλειστές κοινωνίες, τα τοπικά έθιμα στις χαρές και τις λύπες, τις δυσκολίες της ζωής στα νησιά, τον κοινωνικό ρατσισμό απέναντι στους Χανσενικούς, την αλληλεγγύη και τον εθελοντισμό ως πολιτικές πράξεις…
Για μια ακόμα φορά βρήκα αναγνωστική απόλαυση στο έργο του Μακριδάκη, αναρωτήθηκα για το πώς στέκομαι στις τωρινές κοινωνικές προκλήσεις της προσφυγιάς, της ανάγκης, της δυστυχίας, που θέλει να μας κυριεύει σε κάθε βήμα μας, αναρωτήθηκα πόση αλήθεια αντέχει και χωράει η ζωή μου…
Έφερα στη μνήμη σαν σε όνειρο εικόνες να ξυπνάμε Κυριακές χαράματα από ένα βουερό ποδοβολητό κάτω στο δρόμο, να αντικρίζουμε εκατοντάδες γυναικόπαιδα να περπατούν προς το άγνωστο για μια ζωή χωρίς βία και πολέμους, να κατεβαίνουμε να τους ξεδιψάμε με νερό από τα λάστιχα, να χαρίζουμε τα μωρουδιακά καρότσια μας σε μάνες που κράταγαν 2 μικρά παιδιά στην αγκαλιά, να οργανώνουμε ομαδικά συσσίτια, να στηρίζουμε όλοι μαζί με περίσσια ανθρωπιά αυτούς τους ξεριζωμένους ανθρώπους…
Έτσι θα συνεχίσουμε μονολογώ και ‘’Όλα θα είναι για καλό’’…